Ἀσωπίδες

Ἀσωπίδες
ᾱσωπίδες
1 daughters of Asopos χρὴ δ' ἐν ἑπταπύλοισι Θήβαις τραφέντα Αἰγίνᾳ Χαρίτων ἄωτον προνέμειν, πατρὸς οὕνεκα δίδυμαι γένοντο θύγατρες Ἀσωπίδων ὁπλόταται (Pauw: Ἀσωπίδων θ codd.: Θήβη καὶ Αἴγινα αἱ Ἀσωποῦ τοῦ Βοιωτιακοῦ ποταμοῦ θυγατέρες. Σ.) I. 8.17

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀσωπίδες — Ἀσωπίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”